Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Τσιγγάνικο

Βάρα γερὰ τὸν νταγερέ, πιωμένε μου λεβέντη!
Κορδέλλα κόκκινη κρεμῶ στὸν ἄγριο ἐσὲ ζουρνᾶ σου!
Φλουρὶ κολλῶ στὸ στῆθος σου, ξυπόλυτη χορεύτρα!
στρογγυλοπαίζει σου ἡ κοιλιὰ κι ὁ κόρφος σου πετάει
τὰ μπρούνζινα γιορτάνια σου καὶ τὰ χοντροβραχιόλια.

Παίζει τὸ μαῦρο μάτι σου, μαργιόλικο, μεγάλο,
καὶ φέρνει ὁ λάγνος σου χορὸς τὴν πεθυμιὰ τῆς νύχτας!..
Κρασὶ ἂς μὴ παύσουν τ᾿ ἄταχτα μουστάκια μας νὰ στάζουν!..
Ἒ σύ, πατέρα! Ἡ κόρη σου ῾πόψε τὸ παθαμύθι
θὰ μοῦ εἴπει τὸ τσιγγάνικο πά᾿ στὸ προσκεφαλό μου!


Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς

Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.

Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.

Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.

Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!


"Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ"
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ" 1922)

Πως οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,
Ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες !
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
Και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες
Τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει.
Πόσες νύχτες λεφκές, πόσες μάβρες ημερες
Οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.

Α ! πως είχα σα μάνα κι΄ εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τα΄ άλλα σου αδέρφια να σ΄ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργα από μίση !

ένα κόκκινο σπίτι σ αβλή με πηγάδι
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι
&νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Πως αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

Στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ΄μπεις !
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου !)
Δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο το όνομά σου !
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη
&Δολερά ξεσηκώσανε τα άγνωμα πλήθη

Κι όσο ο γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι,
Το σταβρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου και φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν ! Κι ακόμα,
Σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός» τι είπες «Να με!».
Αχ ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα !
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σέμαθα ακόμα !

Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ")

Μες σε παλάτια, που σα σπηλιά αντήχαν απ΄ τις μουσικές
Κι αστράβαν απ΄ τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,
Στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκιές
Γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δαγκώναν σαν οχιές
Στην κρουσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλσιτρούσε νότα.

Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ ΄μουν η Πηγή,
Του κόρφου μου τα΄ αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.
Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,
Σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.
Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα
……………………………………………………………….
Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά…
Ωραίος δεν ήσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο !
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά και αργά.
Την τρίτ΄ ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά
Κι ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.

Κι ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ.
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα.
Την εφτυχιά τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
Τη λεφτερά, στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό
Και την υπέρτατ΄ ηδονή στον πόνον, άξια γνώρα.

……………………………………………………………..
πράματα νέα δεν έλεγες κι ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
Από πολλούς κι από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα.
Μά ΄χες τη δύναμη ν΄ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
Κι όλοι για σένα (κι άψυχα κι άνθρωποι) διάφανα γυαλιά
Και διάφαν΄ η καρδιά του Θεού για σένα και για μένα !

Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
Δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω
Κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
Εγώ μονάχα το ΄νιωσα, που ήμουνα λάσπη και κοινή,
Πόσο Χριστέ ΄σουν άνθρωπος ! Και γώ θα σ΄ αναστήσω !


"Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ"
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ")

Δεν είμ΄ εγώ σπορά της τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ ΄μαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ΄ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόριαγια σένα,
σκλάβε, που πονείς
.............................
Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές
.........................
Δε δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ΄ ολουνούς.
καθώς το μπήγω μές το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους
..........................
'Οθε περνά,
γκρεμίζει κάτου σαν το βοριά,
σαν το νοτιάόλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.

Κ΄ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
το ΄να ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ,
ΕΙΡΗΝΗ ! ΕΙΡΗΝΗ !
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΤΗΣ ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΙΛΙΑΣ.


"ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ"
("ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ")

Βουνά, πελάη αντίμαχα και ριζιμιά καστέλια
και των αιμάτων άβυσσοι, των πατρίδων θεμέλια,
η Νια ζωή τ΄ αφάνισε και στράτα γίνανε μαβιά,
που την περνά ακατάλυτη τώρα, που ξύπνησε η σκλαβιά.

Ο Γδικιωμός, που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα
είμαστ΄ εμείς, που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά
.................................................
Ω Πολιτείες, που καθεμιά κι ολάκερ΄ οικουμένη,
παλάτια και παράδεισοι, παντόγυρα κλεισμένοι,
η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμμένα ως χτες,
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
................................................
Στεριά, Θάλασσα κι άνθρωπος, στοιχεία αιώνια τρία,
αφεντικό δεν έχουνε κι αφεντικού ιστορία !
Ήρθε κι εμάς η αράδα μας για να χαρούμε τα πουλιά,
τη θάλασσα και τα βουνά, τον ήλιο και τη σιγαλιά
................................................
Και σας, Μορφές και χρώματα, παιχνίδια κι αγωνία,
του Σμιλαριού και του Φωτός διπλή κοσμογονία,
κατάματα σας χαίρεται, της Φαντασιάς ψηλή κορφή,
εκεί, που γήλιος, ουρανός κι άνθρωποι γίνονται αδερφοί.

"Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ"
(Απόσπασμα)

Μές το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους χανότανε
σε χάος γαλάζο
ψηλά ας μ΄ αφήνατε
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκενα με σπαράξει,
απ΄το χρυσόνειρο
στην άγια πράξη !
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου,
ξανά στη Γή.

Ω ! σεις χαμόσυρταλερά σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια !
μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κεί
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή
...............
Πίσου απ΄τα λόγια μου
πίκρα φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι !
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί ?
...............

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου